Εκτύπωση

Θεοδώρα

on . Posted in Ρωμηές Αυτοκράτειρες

H Αυτοκράτειρα Θεοδώρα (έργο του Antoine Helbert).

Η Θεοδώρα (περ. 500 - 28 Ιουνίου 548) ήταν η σύζυγος του Βυζαντινού αυτοκράτορα Ιουστινιανού. Φέρεται ως μία από τις διασημότερες γυναίκες στην παγκόσμια ιστορία και η διασημότερη αυτοκράτειρα του Βυζαντίου. Η περιπέτεια της Θεοδώρας, της βυζαντινής αυτοκράτειρας, που απ' τα παρασκήνια του Ιππόδρομου ανέβηκε στο θρόνο των Καισάρων, σε κάθε εποχή κεντρίζει την περιέργεια και ερεθίζει τη φαντασία, εξακολουθωντας μέχρι και σήμερα να κεντρίζει το ενδιαφέρον των ιστορικών μελετητών, καλλιτεχνών και αναγνωστικού κοινού. Για τα πρώτα χρόνια της ζωής της οι πληροφορίες προέρχονται από τα «Ανέκδοτα» ή «Απόκρυφη Ιστορία» του Προκόπιου, του επίσημου ιστορικού του Αυτοκράτορα, που δεν τόλμησε ούτε ο ίδιος να δημοσιεύσει, γνωρίζοντας βέβαια τι θα τον περίμενε. Για τον Προκόπιο, η Θεοδώρα αποτελούσε την ενσάρκωση της λαγνείας, της αδιαντροπιάς, της ακολασίας και της σκληρότητας (αφού έγινε αυτοκράτειρα), δηλαδή ούτε λίγο, ούτε πολύ ένα σκάνδαλο με συνεχή εξέλιξη. Μια πόρνη που έγινε Αυτοκράτειρα. Η Θεοδώρα φέρεται να γεννήθηκε στην Αμμόχωστο. Αν και προερχόταν από τα κατώτατα στρώματα της βυζαντινής κοινωνίας, και όχι από εκλεκτή οικογένεια της Κωνσταντινούπολης, ανέβηκε στο ψηλότερο σκαλοπάτι της εξουσίας και άσκησε ισχυρή επιρροή στον Ιουστινιανό. Πατέρας της ήταν ο Ακάκιος, αρκοτρόφος (θηριοφύλακας) των Πρασίνων στον ιππόδρομο. Πεθαίνοντας άφησε τρεις κόρες, την Κομιτώ, τη Θεοδώρα και την Αναστασία. Όταν οι Πράσινοι έδωσαν τη θέση του Ακάκιου σε κάποιον άλλον, τις περιμάζεψαν οι Βένετοι, γοητευμένοι από την ικεσία των κοριτσιών που καθοδηγούσε επιδέξια η μητέρα τους. Έτσι η Θεοδώρα από πολύ μικρή συμμετείχε σε κωμικές παραστάσεις χαμηλού επιπέδου και σύμφωνα με τα λεγόμενα του Προκόπιου ήταν εταίρα. Αργότερα γνώρισε τον Εκηβόλο (ή Εκηβόλιο), ανώτερο κρατικό υπάλληλο από την Τύρο, και όταν αυτός διορίστηκε διοικητής Πενταπόλεως τον ακολούθησε στην Κυρηναϊκή. Διωγμένη από τον εραστή της βρέθηκε στην Αλεξάνδρεια και από εκεί επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη, όπου εγκατέλειψε την παλιά της ζωή. Τότε τη γνώρισε ο Ιουστινιανός και την ερωτεύτηκε. Την ανύψωσε στο αξίωμα της πατρικίας, δεν μπορούσε όμως να την παντρευτεί εξαιτίας της σφοδρής αντίδρασης που προέβαλλε η αυτοκράτειρα Ευφημία. Μόνο μετά το θάνατό της μπόρεσε να πείσει το θείο του, τον αυτοκράτορα Ιουστίνο, να καταργήσει τον παλαιό νόμο που απαγόρευε το γάμο συγκλητικού με ηθοποιό. Όταν ο Ιουστινιανός έγινε αυτοκράτορας την συμβουλευόταν συχνά και όλοι οι αξιωματούχοι του κράτους όφειλαν να δίνουν όρκο πίστεως τόσο στον ίδιο όσο και στη σύζυγό του. Η επιρροή της αυτή επίσης κατακρίθηκε έντονα από τον Προκόπιο. Η Θεοδώρα στάθηκε πολύτιμη σύντροφος στο πλευρό του Ιουστινιανού. Με την αποφασιστική στάση της τον εμψύχωσε στα γεγονότα της Στάσης του Νίκα και τον απέτρεψε από την ιδέα να εγκαταλείψει την Κωνσταντινούπολη. Υπήρχαν δύο αντίπαλες πολιτικές φατρίες της αυτοκρατορίας, οι Βένετοι και οι Πράσινοι, που ξεκίνησαν μια εξέγερση, τον Ιανουάριο του 532 κατά τη διάρκεια της αρματοδρομίας στον ιππόδρομο. Οι ταραχές προήλθε από πολλά παράπονα, μερικά για τον Ιουστινιανό και την Θεοδώρα και της δικές τους ενέργειες. Οι ταραξίες που πυρπόλησαν πολλά δημόσια κτήρια, ένα εκ των οποίων η Αγία Σοφία που είχε κτίσει ο Κωνσταντίνος Α', και ανακήρυξαν νέο αυτοκράτορα τον Υπάτιο ο οποίος ήταν ο ανιψιός του πρώην αυτοκράτορα Αναστάσιου Α'. Ανίκανος να ελέγξει τον όχλο, ο Ιουστινιανός και οι αξιωματούχοι του έτοιμαζαν την φυγή τους. Σε μια συνεδρίαση του κυβερνητικού συμβουλίου, η Θεοδώρα ενθάρρυνε τον Ιουστινιανό, αποτρέποντας τον να εγκαταλείψει την Πόλη λεγοντας «Δεν σωζόμεθα δια της φυγής, παρά να αποθάνωμεν αδόξως, προτιμότερον να αποθάνωμεν ενδόξως αγωνιζόμενοι» επιστρέφοντας στο παλάτι. Τα λόγια της ανέβασαν σημαντικά το ηθικό του Ιουστινιανόυ, ο οποίος είχε ετοιμάστει να φύγει. Ως αποτέλεσμα, ο Ιουστινιανός διέταξε τους πιστούς του στρατιώτες και με δύο επικεφαλής αξιόπιστους αξιωματικούς, τον Βελισάριο και τον Μούνδο, να επιτεθούνε στους διαδηλωτές στον Ιππόδρομο. Οι στρατηγοί του επιτέθηκαν τον Ιππόδρομο και θανάτωσαν (σύμφωνα με τον Προκόπιο) πάνω από 30.000 επαναστάτες. Παρά τους ισχυρισμούς του. Ο Υπάτιος ήταν να συγχωρεθει απο τον Ιουστινιανό, αλλά καταδικάστηκε σε θάνατο, προφανώς κατόπιν της επιμονής της Θεοδώρας. Οι ιστορικοί συμφωνούν ότι ήταν το θάρρος και η αποφασιστικότητα της Θεοδώρας που έσωσε την βασιλεία του Ιουστινιανού. Ο Ιουστινιανός ποτέ δεν ξέχασε ότι ήταν η Θεοδώρα η οποία είχε σώσει τον θρόνο του. Ήταν πάντα αφοσιωμένη στους φίλους της, όπως ο στρατηγός Ναρσής, δεν συγχωρούσε όμως όσους θεωρούσε απειλή για την επιρροή της. Θύματα της ήταν ο τρανός στρατηγος Βελισάριος και ο ανώτερος οικονομικός υπάλληλος Ιωάννης Καππαδόκης. Σ' αυτήν αποδίδονται διατάξεις της νομοθεσίας του Ιουστινιανού υπέρ των γυναικών. Από πολλούς μελετητές η Θεοδώρα θεωρείται μια πρώιμη φεμινίστρια, καθώς με σειρά μέτρων προσπάθησε να αναβαθμίσει τη θέση της γυναίκας στην αυτοκρατορία. Άλλαξε τον νόμο που απαγόρευε τον γάμο ευγενών με γυναίκες κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων, όπως η ίδια, υπήρξε υπέρμαχος των αμβλώσεων, φρόντισε να μην τιμωρούνται όσες διέπρατταν μοιχεία, απαγόρευσε την αναγκαστική πορνεία, έδωσε στις γυναίκες περισσότερα δικαιώματα στην περίπτωση διαζυγίου, τους επέτρεψε να έχουν περιουσιακά δικαιώματα, ενώ ενεργοποίησε τη θανατική ποινή για τους βιαστές. Λιγότερο αποτελεσματική υπήρξε η παρέμβασή της στα εκκλησιαστικά πράγματα. Η Θεοδώρα κατά το διάστημα της παραμονής της στην Αλεξάνδρεια ήρθε σε επαφή με μονοφυσιτικούς κύκλους και περιέβαλλε με την προστασία της ηγετικές μορφές του μονοφυσιτισμού όπως ο Σεβήρος Αντιοχείας και ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Θεοδόσιος. Όταν ο τελευταίος καθαιρέθηκε από το θρόνο του, η Θεοδώρα τον φιλοξένησε στην πρωτεύουσα σε κάποιο από τα παλάτια της και του επέτρεψε να χειροτονήσει μονοφυσίτες επισκόπους οι οποίοι στάλθηκαν στην Ανατολή. Ένας απ’ αυτούς, ο Ιάκωβος Βαραδαίος, περιπλανήθηκε στις ανατολικές επαρχίες και θεωρείται ιδρυτής της Συριακής Ορθόδοξης Εκκλησίας (Ιακωβιτική Εκκλησία). Η Θεοδώρα πέθανε, όπως περιγράφει ο Βίκτορας της Τοννένα απο καρκίνο, στις 28 Ιουνίου 548 στην ηλικία των 48. Αργότερα απέδωσαν τον θάνατο στον καρκίνο του μαστού, αν και δεν είχε χαρακτηριστεί ως τέτοιος στην αρχική έκθεση, όπου η χρήση του όρου «καρκίνος» αναφέρεται μάλλον ως«πυώδες έλκος ή κακοήθης όγκος». Ο Ιουστινιανός έκλαψε πικρά στην κηδεία της. Το σώμα της θάφτηκε στην εκκλησία των Αγίων Αποστόλων, στην Κωνσταντινούπολη. Το μονόγραμμά της είναι χαραγμένο στα κιονόκρανα της Αγίας Σοφίας. Τόσο η Θεοδώρα όσο και ο Ιουστινιανός έχουν αποτυπωθεί στα λαμπρά ψηφιδωτά της βασιλικής του Αγίου Βιταλίου της Ραβέννας στην Ιταλία, τα οποία ολοκληρώθηκαν ένα χρόνο πριν από το θάνατό της. 

Η Αυτοκράτειρα Θεοδώρα με την ακολουθία της (ψηφιδωτή παράσταση στον Άγιο Βιτάλιο Ραβέννας - Ιταλία). Η Αυτοκράτειρα Θεοδώρα με την ακολουθία της (έργο του Antoine Helbert).

Η Αυτοκράτειρα Θεοδώρα με την ακολουθία της (ψηφιδωτή παράσταση στον Άγιο Βιτάλιο Ραβέννας - Ιταλία).

Η Αυτοκράτειρα Θεοδώρα με την ακολουθία της (έργο του Antoine Helbert βασισμένο στο πλαϊνό ψηφιδωτό). 

 

 Επιστροφή: Βυζαντινές Αυτοκράτειρες

Mighty Free Joomla Templates by MightyJoomla